raging
ra
ˈreɪ
rei
ging
ʤɪng
jing
ratingracingravagingranging

Ορισμός και σημασία του "raging"στα αγγλικά

01

ξέφρενος, έντονος

extremely intense and severe 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most raging
συγκριτικός βαθμός
more raging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The raging pain in her shoulder left her unable to move after the accident. 

Ο αγριεύων πόνος στον ώμο της την άφησε ανίκανη να κινηθεί μετά το ατύχημα.

02

ξέφρενος, οργισμένος

(of the elements) as if showing violent anger 
03

ξέφρενος, μαινόμενος

characterized by violent and forceful activity or movement; very intense 

Λεξικό Δέντρο

raging
rag
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store