Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raging
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most raging
συγκριτικός βαθμός
more raging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The raging pain in her shoulder left her unable to move after the accident.
Ο αγριεύων πόνος στον ώμο της την άφησε ανίκανη να κινηθεί μετά το ατύχημα.
02
ξέφρενος, οργισμένος
(of the elements) as if showing violent anger
03
ξέφρενος, μαινόμενος
characterized by violent and forceful activity or movement; very intense



























