quisling
Pronunciation
/ˈkwɪzɫɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "quisling"στα αγγλικά

01

συνεργάτης, προδότης

an individual who betrays their country by assisting the enemy occupying or controlling it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quislings
Παραδείγματα
The uprising was partially fueled by anger towards those seen as quislings who had sold out their country for personal gain.
Η εξέγερση εν μέρει τροφοδοτήθηκε από την οργή προς όσους θεωρήθηκαν προδότες που είχαν πουλήσει τη χώρα τους για προσωπικό όφελος.

Λεξικό Δέντρο

quislingism
quisling
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store