Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
qualitative
01
ποιοτικός, σχετικός με την ποιότητα
related to or involving quality of something, not numbers or amounts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
analysis, research, evaluation
Παραδείγματα
The qualitative analysis of the artwork focused on its emotional impact rather than its monetary value.
Η ποιητική ανάλυση του έργου τέχνης επικεντρώθηκε στη συναισθηματική του επίδραση παρά στην οικονομική του αξία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
qualitatively
qualitative



























