Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
qualified
01
προσόντα, ικανός
having the needed skills, knowledge, or experience for a job, activity, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most qualified
συγκριτικός βαθμός
more qualified
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The qualified electrician ensures that electrical systems are installed and maintained safely and efficiently.
Ο πιστοποιημένος ηλεκτρολόγος διασφαλίζει ότι τα ηλεκτρικά συστήματα εγκαθίστανται και συντηρούνται με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.
02
περιορισμένος, περιορισμένος
limited or restricted; not absolute
03
προσόντα, πιστοποιημένος
holding appropriate documentation and officially on record as qualified to perform a specified function or practice a specified skill
04
υποθετικός, εξαρτώμενος
contingent on something else
05
προσόντα, περιορισμένος
restricted in meaning; (as e.g. `man' in `a tall man')
Λεξικό Δέντρο
disqualified
unqualified
qualified
qualify
qual



























