Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quaint
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
quaintest
συγκριτικός βαθμός
quainter
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
character, style, appearance
Παραδείγματα
She has a quaint way of speaking that’s both charming and eccentric.
Έχει έναν ιδιόμορφο τρόπο ομιλίας που είναι ταυτόχρονα γοητευτικός και εκκεντρικός.
Παραδείγματα
The quaint little cottage, with its thatched roof and flower-filled garden, looked like something from a storybook.
Το παραδοσιακό μικρό σπιτάκι, με την αχυρένια στέγη και τον κήπο γεμάτο λουλούδια, έμοιαζε σαν κάτι από παραμύθι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
quaintly
quaintness
quaint



























