quaint
quaint
kweɪnt
κουειντ
British pronunciation
/kwˈe‍ɪnt/

Ορισμός και σημασία του "quaint"στα αγγλικά

01

ιδιόρρυθμος, μοναδικός

curiously distinct, unique, or unusual
example
Παραδείγματα
The town was filled with quaint cottages, each with its own unique charm.
Η πόλη ήταν γεμάτη με ιδιόρρυθμα σπιτάκια, το καθένα με τη δική του μοναδική γοητεία.
02

γραφικός, γοητευτικός με παλιομοδίτικο τρόπο

having an old-fashioned charm or appeal
example
Παραδείγματα
The quaint tradition of afternoon tea, served with scones and clotted cream, was a cherished ritual.
Η γραφική παράδοση του απογευματινού τσαγιού, που σερβίρεται με σκονς και πηχτή κρέμα, ήταν ένα αγαπημένο τελετουργικό.

Λεξικό Δέντρο

quaintly
quaintness
quaint
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store