Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
puzzling
01
περίπλοκος, αινιγματικός
hard to understand or explain
Παραδείγματα
Her puzzling look made me wonder what she was thinking.
Το απορητικό της βλέμμα με έκανε να αναρωτηθώ τι σκεφτόταν.
02
σαστιστικός, αινιγματικός
confusing or difficult to understand, often invoking curiosity or the need for resolution
Παραδείγματα
The intricate design of the puzzle was both beautiful and puzzling, challenging even the most experienced solvers.
Το περίπλοκο σχέδιο του παζλ ήταν όμορφο και μπερδεμένο, προκαλώντας ακόμη και τους πιο έμπειρους λύτες.
Λεξικό Δέντρο
puzzling
puzzle



























