to pwn
Pronunciation
/poʊn/
/pəʊn/

Ορισμός και σημασία του "pwn"στα αγγλικά

to pwn
01

κατακτώ, καταστρέφω

to completely defeat a rival or opponent, particularly in a video game
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pwn
γ΄ ενικό πρόσωπο
pwns
ενεστώτα μετοχή
pwning
απλός αόριστος
pwned
παθητική μετοχή
pwned
Παραδείγματα
They pwned the other team without effort.
Pwn την άλλη ομάδα χωρίς προσπάθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store