to pwn
pwn
pəʊn
pewn
ponepawn

Ορισμός και σημασία του "pwn"στα αγγλικά

to pwn
01

κατακτώ, καταστρέφω

to completely defeat a rival or opponent, particularly in a video game 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pwn
γ΄ ενικό πρόσωπο
pwns
ενεστώτα μετοχή
pwning
απλός αόριστος
pwned
παθητική μετοχή
pwned
Παραδείγματα
I pwned them in the game last night. 

Τους pwnαρα στο παιχνίδι χθες το βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store