Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to putter around
[phrase form: putter]
01
περιφέρομαι άσκοπα, βόλτα χωρίς σκοπό
to move around without a clear purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
putter
ενεστώτας
putter around
γ΄ ενικό πρόσωπο
putters around
ενεστώτα μετοχή
puttering around
απλός αόριστος
puttered around
παθητική μετοχή
puttered around
Παραδείγματα
She enjoyed puttering around in her art studio, not working on any particular piece.
Απολάμβανε να περιφέρεται στο εργαστήρι τέχνης της, χωρίς να εργάζεται σε κάποιο συγκεκριμένο κομμάτι.



























