Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pushchair
01
καροτσάκι, παιδικό καροτσάκι
a small, wheeled seat with a handle for pushing a baby while walking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pushchairs
Παραδείγματα
She folded the pushchair and carried it into the café.
Δίπλωσε το καροτσάκι και το κουβάλησε στο καφέ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pushchair
push
chair



























