Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pusher
01
έμπορος, πωλητής
a person who sells illegal drugs without a license
02
παιδικό καροτσάκι, κουνουπιέρα
a small vehicle with four wheels in which a baby or child is pushed around
03
ένα σανδάλι που στερεώνεται στο πόδι με ένα λουρί πάνω από τα δάχτυλα, σαγιονάρα
a sandal attached to the foot by a thong over the toes
04
σπρώχτης, κάποιος που σπρώχνει
someone who pushes
05
εισβολέας, επιθετικός
one who intrudes or pushes himself forward
Λεξικό Δέντρο
pusher
push



























