Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
purposely
01
σκοπίμως, εκ προθέσεως
in a deliberate or intentional way
Παραδείγματα
He purposely spoke loudly to get everyone's attention.
Μίλησε σκοπίμως δυνατά για να τραβήξει την προσοχή όλων.
Λεξικό Δέντρο
purposely
purpose



























