purpose
pur
ˈpɜ:
pose
pəs
pēs
porpoise

Ορισμός και σημασία του "purpose"στα αγγλικά

01

σκοπός, στόχος

a desired outcome that guides one's plans or actions 
purpose definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
purposes
Παραδείγματα
His purpose in studying abroad was to immerse himself in a different culture and improve his language skills. 

Ο σκοπός του στο εξωτερικό ήταν να βυθιστεί σε μια διαφορετική κουλτούρα και να βελτιώσει τις γλωσσικές του δεξιότητες.

02

σκοπός, στόχος

the reason or intention for which something is made, done, or used 
Παραδείγματα
The purpose of the meeting is to discuss the upcoming project deadlines. 

Ο σκοπός της συνάντησης είναι να συζητηθούν οι επερχόμενες προθεσμίες του έργου.

03

σκοπός, αποφασιστικότητα

the quality of being determined to do or achieve something; firmness of purpose 
to purpose
01

αποφασίζω, καθορίζω

reach a decision 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
purpose
γ΄ ενικό πρόσωπο
purposes
ενεστώτα μετοχή
purposing
απλός αόριστος
purposed
παθητική μετοχή
purposed
02

προτείνω, σκοπεύω

propose or intend 

Λεξικό Δέντρο

purposeful
purposeless
purposely
purpose
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store