Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Purpose
01
σκοπός, στόχος
a desired outcome that guides one's plans or actions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
purposes
Παραδείγματα
His purpose in studying abroad was to immerse himself in a different culture and improve his language skills.
Ο σκοπός του στο εξωτερικό ήταν να βυθιστεί σε μια διαφορετική κουλτούρα και να βελτιώσει τις γλωσσικές του δεξιότητες.
02
σκοπός, στόχος
the reason or intention for which something is made, done, or used
Παραδείγματα
The purpose of the meeting is to discuss the upcoming project deadlines.
Ο σκοπός της συνάντησης είναι να συζητηθούν οι επερχόμενες προθεσμίες του έργου.
03
σκοπός, αποφασιστικότητα
the quality of being determined to do or achieve something; firmness of purpose
to purpose
01
αποφασίζω, καθορίζω
reach a decision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
purpose
γ΄ ενικό πρόσωπο
purposes
ενεστώτα μετοχή
purposing
απλός αόριστος
purposed
παθητική μετοχή
purposed
02
προτείνω, σκοπεύω
propose or intend
Λεξικό Δέντρο
purposeful
purposeless
purposely
purpose



























