to purport
Pronunciation
/ˈpɝˌpɔɹt/, /pɝˈpɔɹt/

Ορισμός και σημασία του "purport"στα αγγλικά

to purport
01

ισχυρίζομαι, διεκδικώ

to claim or suggest something, often falsely or without proof
Transitive: to purport to do sth
to purport definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
purport
γ΄ ενικό πρόσωπο
purports
ενεστώτα μετοχή
purporting
απλός αόριστος
purported
παθητική μετοχή
purported
Παραδείγματα
Some politicians purport to support certain policies, but their actions contradict their words.
Μερικοί πολιτικοί ισχυρίζονται ότι υποστηρίζουν ορισμένες πολιτικές, αλλά οι πράξεις τους αντιβαίνουν στα λόγια τους.
02

ισχυρίζομαι, έχω την πρόθεση

to have the intention or purpose of doing something
Transitive: to purport to do sth
Παραδείγματα
He purports to be a leader, yet struggles to guide the team effectively.
Ισχυρίζεται ότι είναι ηγέτης, αλλά δυσκολεύεται να καθοδηγήσει την ομάδα αποτελεσματικά.
01

το νόημα, η πρόθεση

the meaning, intention, or general sense of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The purport of the law is to protect consumer rights.
Ο σκοπός του νόμου είναι να προστατεύει τα δικαιώματα των καταναλωτών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store