Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to purport
01
ισχυρίζομαι, διεκδικώ
to claim or suggest something, often falsely or without proof
Transitive: to purport to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
purport
γ΄ ενικό πρόσωπο
purports
ενεστώτα μετοχή
purporting
απλός αόριστος
purported
παθητική μετοχή
purported
Παραδείγματα
He purports to be an expert in finance, but he has no qualifications in the field.
Ισχυρίζεται ότι είναι ειδικός στα οικονομικά, αλλά δεν έχει καμία προσόντα στον τομέα.
02
ισχυρίζομαι, έχω την πρόθεση
to have the intention or purpose of doing something
Transitive: to purport to do sth
Παραδείγματα
The company's new policy purports to reduce its carbon footprint.
Η νέα πολιτική της εταιρείας ισχυρίζεται ότι μειώνει το αποτύπωμα άνθρακα της.
Purport
01
το νόημα, η πρόθεση
the meaning, intention, or general sense of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
purports
Παραδείγματα
The purport of her remarks was a call for reconciliation.
Το νόημα των παρατηρήσεών της ήταν μια πρόσκληση για συμφιλίωση.



























