Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Puree
01
πολτός, κομπόστα
a type of food in the form of a smooth cream made by crushing fruit and mixing with cooked vegetables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
purees
to puree
01
περνώ από σουρωτήρι, κάνω πουρέ
rub through a strainer or process in an electric blender
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
puree
γ΄ ενικό πρόσωπο
purees
ενεστώτα μετοχή
pureeing
απλός αόριστος
pureed
παθητική μετοχή
pureed



























