Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
purebred
01
καθαρόαιμος, καθαρής ράτσας
describing an animal of a specific breed having parents from the same breed, ensuring consistent lineage and genetic characteristics
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Purebred
01
καθαρόαιμος, γνήσιας ράτσας
a pedigreed animal of unmixed lineage; used especially of horses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
purebreds



























