punish
pu
ˈpʌ
πα
nish
nɪʃ
νισ
/ˈpʌnɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "punish"στα αγγλικά

to punish
01

τιμωρώ, επιβάλλω ποινή

to cause someone suffering for breaking the law or having done something they should not have
Transitive: to punish sb
to punish definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
punish
γ΄ ενικό πρόσωπο
punishes
ενεστώτα μετοχή
punishing
απλός αόριστος
punished
παθητική μετοχή
punished
Παραδείγματα
Legal systems have various ways to punish individuals who engage in criminal activities, including imprisonment and fines.
Τα νομικά συστήματα έχουν διάφορους τρόπους να τιμωρούν τα άτομα που εμπλέκονται σε εγκληματικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της φυλάκισης και των προστίμων.

Λεξικό Δέντρο

punishable
punished
punishing
punish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store