Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to punish
01
τιμωρώ, επιβάλλω ποινή
to cause someone suffering for breaking the law or having done something they should not have
Transitive: to punish sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
punish
γ΄ ενικό πρόσωπο
punishes
ενεστώτα μετοχή
punishing
απλός αόριστος
punished
παθητική μετοχή
punished
Παραδείγματα
Legal systems have various ways to punish individuals who engage in criminal activities, including imprisonment and fines.
Τα νομικά συστήματα έχουν διάφορους τρόπους να τιμωρούν τα άτομα που εμπλέκονται σε εγκληματικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της φυλάκισης και των προστίμων.
Λεξικό Δέντρο
punishable
punished
punishing
punish



























