punctual
punc
ˈpʌnk
pank
tual
ʧuəl
chooēl

Ορισμός και σημασία του "punctual"στα αγγλικά

01

ακριβής, έγκαιρος

happening or arriving at the time expected or arranged 
punctual definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most punctual
συγκριτικός βαθμός
more punctual
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is always punctual for her appointments. 

Είναι πάντα ακριβής στα ραντεβού της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store