Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Punctilio
01
punctilio, εθιμοτυπία
the act of firmly respecting polite behavior in society
Παραδείγματα
The butler ’s punctilio in following every rule of etiquette made him the epitome of professionalism.
Η ακρίβεια του μπάτλερ στην τήρηση κάθε κανόνα της εθιμοτυπίας τον έκανε την επιτομή του επαγγελματισμού.
02
punctilio, λεπτομέρεια
a small or precise detail that is important in conduct, procedure, or ceremonial practices
Παραδείγματα
The guest of honor ’s arrival was marked by the punctilio of the event ’s organizers, ensuring every detail was perfect.
Η άφιξη του επισήμου επισκέπτη σημειώθηκε με το punctilio των διοργανωτών της εκδήλωσης, διασφαλίζοντας ότι κάθε λεπτομέρεια ήταν τέλεια.



























