pulpy
pul
ˈpʌl
pal
py
pi
pi
puppy

Ορισμός και σημασία του "pulpy"στα αγγλικά

01

πολτώδης, μαλακός και πολτώδης

having a texture that is soft and mushy, often referring to food that has been overripe or crushed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pulpiest
συγκριτικός βαθμός
pulpier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The freshly squeezed orange juice was pulpy, providing a natural and textured drink. 

Ο φρεσκοστυμμένος χυμός πορτοκαλιού ήταν πολτώδης, προσφέροντας ένα φυσικό και υφή ποτό.

02

σαγηνευτικός, φτηνά γραμμένος

overly sensational and cheaply written 
Παραδείγματα
The novel's pulpy style drew readers with its action-packed scenes. 

Το pulp στυλ του μυθιστορήματος προσέλκυσε τους αναγνώστες με τις σκηνές γεμάτες δράση.

Λεξικό Δέντρο

pulpiness
pulpy
pulp
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store