Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pulpwood
01
ξυλεία πολτού, πολτός ξύλου
softwood used to make paper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
pulpwood
pulp
wood
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ξυλεία πολτού, πολτός ξύλου
Λεξικό Δέντρο
pulp
wood