pulpwood
pulp
ˈpʌlp
palp
wood
wʊd
vood

Ορισμός και σημασία του "pulpwood"στα αγγλικά

01

ξυλεία πολτού, πολτός ξύλου

softwood used to make paper 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pulpwoods

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pulpwood

pulp

+

wood

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store