mushy
mu
ˈmə
μα
shy
ʃi
σι
/mˈʌʃi/

Ορισμός και σημασία του "mushy"στα αγγλικά

01

πολτώδης, μαλακός

having a soft and pulpy texture, often lacking firmness
mushy definition and meaning
Παραδείγματα
Overcooked broccoli can become mushy and lose its vibrant color.
Το υπερβρασμένο μπρόκολο μπορεί να γίνει μαλακό και να χάσει το ζωηρό του χρώμα.
02

υπερβολικά συναισθηματικός, ζαχαρένιος

having an overly sentimental quality
Παραδείγματα
He avoided mushy topics, preferring lighthearted conversation.
Απέφυγε τα υπερβολικά συναισθηματικά θέματα, προτιμώντας ελαφριές συζητήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store