Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
puerile
01
παιδιάστικος, νηπιακός
relating, characteristic of, or suitable for a child
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most puerile
συγκριτικός βαθμός
more puerile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The puerile antics of the toddlers entertained their parents during the playdate.
Οι παιδιάστικες αταξίες των νηπίων ψυχαγωγούσαν τους γονείς τους κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.
02
παιδιάστικος, ανώριμος
behaving in such a manner that displays one's lack of maturity and common sense
Παραδείγματα
His puerile jokes were inappropriate for the serious meeting.
Τα παιδιάστικα αστεία του ήταν ακατάλληλα για τη σοβαρή συνάντηση.



























