Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pudginess
01
παχουλότητα, στρογγυλότητα
the property of having a plump and round body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pudginesses
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pudginess
pudgy
pudge



























