pudgy
pu
ˈpʌ
pa
dgy
ʤi
ji
podgy

Ορισμός και σημασία του "pudgy"στα αγγλικά

01

παχουλός, στρουμπουλός

slightly fat or chubby, especially in a cute or endearing way 
pudgy definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pudgiest
συγκριτικός βαθμός
pudgier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The toddler had pudgy cheeks that everyone loved to pinch. 

Το μικρό παιδί είχε στρουμπουλά μάγουλα που όλοι λάτρευαν να τσιμπάνε.

Λεξικό Δέντρο

pudginess
pudgy
pudge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store