Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pudgy
01
παχουλός, στρουμπουλός
slightly fat or chubby, especially in a cute or endearing way
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pudgiest
συγκριτικός βαθμός
pudgier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
body, appearance, description
Παραδείγματα
The toddler had pudgy cheeks that everyone loved to pinch.
Το μικρό παιδί είχε στρουμπουλά μάγουλα που όλοι λάτρευαν να τσιμπάνε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pudginess
pudgy
pudge



























