Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pudgy
01
παχουλός, στρουμπουλός
slightly fat or chubby, especially in a cute or endearing way
Παραδείγματα
Even though she was a bit pudgy, her confidence and charisma made her stand out in the crowd.
Παρόλο που ήταν λίγο παχουλή, η αυτοπεποίθηση και η χάρη της την έκαναν να ξεχωρίζει στο πλήθος.
Λεξικό Δέντρο
pudginess
pudgy
pudge



























