puerile
pue
pju
πγου
rile
ˈril
ριλ
/pjˈuːɹa‍ɪl/

Ορισμός και σημασία του "puerile"στα αγγλικά

01

παιδιάστικος, νηπιακός

relating, characteristic of, or suitable for a child
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most puerile
συγκριτικός βαθμός
more puerile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The puerile curiosity of the preschoolers led them to explore every corner of the classroom with wonder.
Η παιδική περιέργεια των παιδιών προσχολικής ηλικίας τους οδήγησε να εξερευνήσουν κάθε γωνιά της τάξης με θαυμασμό.
02

παιδιάστικος, ανώριμος

behaving in such a manner that displays one's lack of maturity and common sense
Παραδείγματα
The movie was criticized for its puerile humor and lack of depth.
Η ταινία επικρίθηκε για το παιδικό της χιούμορ και την έλλειψη βάθους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store