Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
puerile
01
παιδιάστικος, νηπιακός
relating, characteristic of, or suitable for a child
Παραδείγματα
The puerile curiosity of the preschoolers led them to explore every corner of the classroom with wonder.
Η παιδική περιέργεια των παιδιών προσχολικής ηλικίας τους οδήγησε να εξερευνήσουν κάθε γωνιά της τάξης με θαυμασμό.
02
παιδιάστικος, ανώριμος
behaving in such a manner that displays one's lack of maturity and common sense
Παραδείγματα
The movie was criticized for its puerile humor and lack of depth.
Η ταινία επικρίθηκε για το παιδικό της χιούμορ και την έλλειψη βάθους.



























