Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
publicly
01
δημόσια, ανοιχτά
in a way that is visible or accessible to the general public
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The announcement was made publicly to inform everyone.
Η ανακοίνωση έγινε δημόσια για να ενημερώσει όλους.
02
δημόσια, ανοιχτά
by the public or the people generally
Λεξικό Δέντρο
publicly
public
publ



























