Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
provocative
01
προκλητικός, διεγερτικός
causing strong reactions or discussions by presenting controversial or thought-provoking ideas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most provocative
συγκριτικός βαθμός
more provocative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The provocative artwork sparked heated debates about freedom of expression.
Το προκλητικό έργο τέχνης πυροδότησε έντονες συζητήσεις για την ελευθερία της έκφρασης.
Παραδείγματα
The magazine cover was considered provocative due to its suggestive imagery.
Το εξώφυλλο του περιοδικού θεωρήθηκε προκλητικό λόγω των εννοιολογικών εικόνων του.
Λεξικό Δέντρο
provocatively
unprovocative
provocative
vocative



























