Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
provisional
01
προσωρινός, προσωρινό
temporarily set or accepted until a final decision is made
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most provisional
συγκριτικός βαθμός
more provisional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The agreement was reached on a provisional basis, with the details to be finalized later.
Η συμφωνία επιτεύχθηκε σε προσωρινή βάση, με τις λεπτομέρειες να οριστικοποιηθούν αργότερα.
1.1
προσωρινός, προσωρινός
(of a driving license) granted before obtaining a full, permanent license, often with restrictions
Παραδείγματα
Norman was still under the terms of his provisional license, which he needed to upgrade.
Ο Norman ήταν ακόμα υπό τους όρους της προσωρινής άδειας του, την οποία έπρεπε να αναβαθμίσει.
Provisional
01
προσωρινός, προσωρινό γραμματόσημο
a temporary postage stamp issued for use until a regular or permanent issue is available
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
provisionals
Παραδείγματα
The provisional was only valid for a limited time, after which the regular stamp would be used.
Το προσωρινό ήταν έγκυρο μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, μετά το οποίο θα χρησιμοποιούνταν το κανονικό γραμματόσημο.
Λεξικό Δέντρο
provisionally
provisional
provision
vision



























