Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
provisional
01
προσωρινός, προσωρινό
temporarily set or accepted until a final decision is made
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most provisional
συγκριτικός βαθμός
more provisional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The manager set a provisional date for the meeting, but said it could change.
Ο διαχειριστής όρισε μια προσωρινή ημερομηνία για τη συνάντηση, αλλά είπε ότι θα μπορούσε να αλλάξει.
1.1
προσωρινός, προσωρινός
(of a driving license) granted before obtaining a full, permanent license, often with restrictions
Παραδείγματα
She was granted a provisional driving license while she practiced for the test.
Της χορηγήθηκε προσωρινή άδεια οδήγησης ενώ εξασκούνταν για τη δοκιμασία.
Provisional
01
προσωρινός, προσωρινό γραμματόσημο
a temporary postage stamp issued for use until a regular or permanent issue is available
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
provisionals
Παραδείγματα
The post office issued a provisional during the stamp shortage.
Το ταχυδρομείο εξέδωσε ένα προσωρινό κατά τη διάρκεια της έλλειψης γραμματοσήμων.
Λεξικό Δέντρο
provisionally
provisional
provision
vision



























