Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
provident
01
προνοητικός, οικονομικός
planning and preparing for the future, particularly by managing one's finances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most provident
συγκριτικός βαθμός
more provident
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The economic downturn served as a stark reminder of the importance of provident financial planning.
Η οικονομική ύφεση χρησίμευσε ως έντονη υπενθύμιση της σημασίας της προνοητικής οικονομικής σχεδίασης.
02
προνοητικός, συνετός
acting with foresight and consideration in one's personal matters
Παραδείγματα
The provident farmer stored extra grain in case of poor harvests in the future.
Ο προνοητικός αγρότης αποθήκευε επιπλέον σιτάρι σε περίπτωση κακών σοδειών στο μέλλον.
Λεξικό Δέντρο
improvident
providential
providently
provident
provide



























