Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prosperous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prosperous
συγκριτικός βαθμός
more prosperous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He built a prosperous business from scratch.
Έχτισε μια ακμάζουσα επιχείρηση από το μηδέν.
02
ακμάζων, ευημερούσα
experiencing vigorous activity and strong success
Παραδείγματα
The tech industry is currently one of the most prosperous sectors in the economy.
Η βιομηχανία τεχνολογίας είναι σήμερα ένας από τους πιο ευημερούς τομείς της οικονομίας.
03
ευημερούσα, ακμάζουσα
referring to a period characterized by success, wealth, or flourishing conditions
Παραδείγματα
The 1990s were a prosperous time for the technology sector, with rapid advancements and economic growth.
Η δεκαετία του 1990 ήταν μια ακμαία περίοδος για τον τομέα της τεχνολογίας, με γρήγορες εξελίξεις και οικονομική ανάπτυξη.
04
ευνοϊκός, υποσχόμενος
indicating good luck or a successful future
Παραδείγματα
The early signs were prosperous for the new venture.
Τα πρώτα σημάδια ήταν ευημερούντα για τη νέα επιχείρηση.
Λεξικό Δέντρο
prosperously
unprosperous
prosperous
prosper



























