Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prophylaxis
01
προφύλαξη
preventive treatment to protect against the development or spread of diseases, infections, or other health conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Lifestyle modifications, such as quitting smoking, are prophylactic against respiratory issues.
Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής, όπως το κόψιμο του καπνίσματος, είναι προφυλακτικές έναντι των αναπνευστικών προβλημάτων.



























