prophylaxis
pro
ˌprɒ
προ
phy
φι
lax
ˈlæk
λαικ
is
sɪs
σισ

Ορισμός και σημασία του "prophylaxis"στα αγγλικά

01

προφύλαξη

preventive treatment to protect against the development or spread of diseases, infections, or other health conditions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
prophylaxes
Παραδείγματα
Vaccination is a common form of prophylaxis against certain infectious diseases. 

Ο εμβολιασμός είναι μια κοινή μορφή προφύλαξης κατά ορισμένων μεταδοτικών ασθενειών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store