propensity
Pronunciation
/pɹəˈpɛnsɪti/

Ορισμός και σημασία του "propensity"στα αγγλικά

01

ροπή, τάση

a natural inclination to behave in a certain way or exhibit particular characteristics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
propensities
Παραδείγματα
His propensity for punctuality earned him a reputation as a reliable employee.
Η ροπή του για την ακρίβεια του έδωσε τη φήμη ενός αξιόπιστου υπαλλήλου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store