Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to propel
01
προωθώ, ωθώ
to drive, push, or cause to move forward or onward
Transitive: to propel sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
propel
γ΄ ενικό πρόσωπο
propels
ενεστώτα μετοχή
propelling
απλός αόριστος
propelled
παθητική μετοχή
propelled
Παραδείγματα
The boat's engine propels it swiftly across the water.
Ο κινητήρας του σκάφους το προωθεί γρήγορα στο νερό.
02
προωθώ, παρακινώ
to provide a reason or motivation for someone to take action
Ditransitive: to propel sb to do sth
Παραδείγματα
The inspiring speech by the coach served to propel the team to give their best effort in the upcoming match.
Η εμπνευσμένη ομιλία του προπονητή χρησίμευσε για να ωθήσει την ομάδα να δώσει την καλύτερη προσπάθεια της στον επερχόμενο αγώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
propellant
propeller
propelling
propel



























