Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
promising
01
υποσχόμενος, επαγγελματικός
indicating potential for success or positive outcomes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most promising
συγκριτικός βαθμός
more promising
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
potential, evaluation, future
Παραδείγματα
The young artist showed promising talent in her early works.
Ο νεαρός καλλιτέχνης έδειξε πολλά υποσχόμενο ταλέντο στα πρώτα του έργα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
promisingly
unpromising
promising
promise



























