Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
promising
01
υποσχόμενος, επαγγελματικός
indicating potential for success or positive outcomes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most promising
συγκριτικός βαθμός
more promising
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The promising athlete is expected to excel in the upcoming competition.
Ο πολλά υποσχόμενος αθλητής αναμένεται να διακριθεί στον επερχόμενο διαγωνισμό.
Λεξικό Δέντρο
promisingly
unpromising
promising
promise



























