prolonged
pro
prə
prē
longed
ˈlɒngd
longd
pronged

Ορισμός και σημασία του "prolonged"στα αγγλικά

01

παρατεταμένος, μακροχρόνιος

lasting for an extended period, often longer than what is typical or expected 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prolonged
συγκριτικός βαθμός
more prolonged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The prolonged drought had severe consequences for the region's agriculture. 

Η παρατεταμένη ξηρασία είχε σοβαρές συνέπειες για τη γεωργία της περιοχής.

02

παρατεταμένος, επιμηκυμένος

extended in length or size, often making it appear longer than usual 
Παραδείγματα
The prolonged shadow of the tree stretched across the lawn as the sun set in the evening sky. 

Η παρατεταμένη σκιά του δέντρου εκτείνονταν στο γκαζόν καθώς ο ήλιος έδυε στον βραδινό ουρανό.

Λεξικό Δέντρο

prolonged
prolong
long
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store