Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prolonged
Παραδείγματα
The prolonged discussion about the budget became tedious for everyone involved.
Η παρατεταμένη συζήτηση για τον προϋπολογισμό έγινε κουραστική για όλους τους εμπλεκόμενους.
02
παρατεταμένος, επιμηκυμένος
extended in length or size, often making it appear longer than usual
Παραδείγματα
The fabric was cut into a prolonged shape to create a dramatic effect in the fashion design.
Το ύφασμα κόπηκε σε επιμήκη σχήμα για να δημιουργήσει ένα δραματικό εφέ στη σχεδίαση μόδας.
Λεξικό Δέντρο
prolonged
prolong
long



























