Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prolonged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prolonged
συγκριτικός βαθμός
more prolonged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The prolonged drought had severe consequences for the region's agriculture.
Η παρατεταμένη ξηρασία είχε σοβαρές συνέπειες για τη γεωργία της περιοχής.
02
παρατεταμένος, επιμηκυμένος
extended in length or size, often making it appear longer than usual
Παραδείγματα
The prolonged shadow of the tree stretched across the lawn as the sun set in the evening sky.
Η παρατεταμένη σκιά του δέντρου εκτείνονταν στο γκαζόν καθώς ο ήλιος έδυε στον βραδινό ουρανό.
Λεξικό Δέντρο
prolonged
prolong
long



























