proletariat
Pronunciation
/ˌpɹoʊɫəˈtɛɹiət/

Ορισμός και σημασία του "proletariat"στα αγγλικά

01

προλεταριάτο, εργατική τάξη

the class of people who do physical labor as a job, especially in factories or industries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Throughout history, the struggles of the proletariat have often led to social and political movements for greater equality.
Σε όλη την ιστορία, οι αγώνες του προλεταριάτου έχουν συχνά οδηγήσει σε κοινωνικά και πολιτικά κινήματα για μεγαλύτερη ισότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store