proletariat
pro
ˌprəʊ
prew
le
li
ta
ˈtɛə
teē
riat
rɪət
riet
chariotlariat

Ορισμός και σημασία του "proletariat"στα αγγλικά

01

προλεταριάτο, εργατική τάξη

the class of people who do physical labor as a job, especially in factories or industries 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proletariats
Παραδείγματα
According to Marxist theory, the proletariat represents the working class who do not own the means of production. 

Σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, το προλεταριάτο αντιπροσωπεύει την εργατική τάξη που δεν κατέχει τα μέσα παραγωγής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store