Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Proliferation
01
εξάπλωση, πολλαπλασιασμός
a sudden and fast growth or increase in something
Formal
Παραδείγματα
The proliferation of social media has changed the way people interact and share information.
Η εξάπλωση των κοινωνικών δικτύων έχει αλλάξει τον τρόπο που οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν και μοιράζονται πληροφορίες.
02
πολλαπλασιασμός, ταχεία αναπαραγωγή
rapid reproduction or multiplication of cells, organisms, or structural parts
Παραδείγματα
Overstimulation can lead to uncontrolled cell proliferation.
Η υπερδιέγερση μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κυτταρική πολλαπλασιασμό.
03
διάδοση, πολλαπλασιασμός
a large number or wide array of things
Παραδείγματα
A proliferation of small startups is driving innovation in the tech sector.
Η διάδοση μικρών startups οδηγεί την καινοτομία στον τομέα της τεχνολογίας.
Λεξικό Δέντρο
nonproliferation
proliferation
proliferate



























