Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Proliferation
01
εξάπλωση, πολλαπλασιασμός
a sudden and fast growth or increase in something
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The proliferation of smartphones has revolutionized how we communicate.
Η εξάπλωση των smartphones έχει επαναστατήσει τον τρόπο που επικοινωνούμε.
02
πολλαπλασιασμός, ταχεία αναπαραγωγή
rapid reproduction or multiplication of cells, organisms, or structural parts
Παραδείγματα
Researchers studied the proliferation of cancer cells in the laboratory.
Οι ερευνητές μελέτησαν τον πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων στο εργαστήριο.
03
διάδοση, πολλαπλασιασμός
a large number or wide array of things
Παραδείγματα
The city faced a proliferation of fast-food outlets in recent years.
Η πόλη αντιμετώπισε μια εξάπλωση εστιατορίων fast-food τα τελευταία χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
nonproliferation
proliferation
proliferate



























