Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profusely
01
άφθονα, περισσά
in a manner involving a large amount of something
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She apologized profusely for the misunderstanding.
Ζητήθηκε συγγνώμη αφθονως για την παρεξήγηση.
Λεξικό Δέντρο
profusely
profuse



























