Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profusely
01
άφθονα, περισσά
in a manner involving a large amount of something
Παραδείγματα
The author expressed gratitude profusely in the acknowledgment section of the book.
Ο συγγραφέας εξέφρασε ευγνωμοσύνη άφθονα στην ενότητα αναγνώρισης του βιβλίου.
Λεξικό Δέντρο
profusely
profuse



























