Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profoundly
01
βαθιά, ακραία
to an extreme or total degree, especially used in medical contexts
Παραδείγματα
Their decision to move abroad was profoundly life-changing.
Η απόφασή τους να μετακομίσουν στο εξωτερικό ήταν βαθιά μεταμορφωτική.
02
βαθιά, έντονα
deeply meaningful or significant
Παραδείγματα
That experience changed him profoundly, shaping his entire worldview.
Αυτή η εμπειρία τον άλλαξε βαθιά, διαμορφώνοντας ολόκληρη την κοσμοθεωρία του.
Λεξικό Δέντρο
profoundly
profound



























