Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Profiteer
01
κερδοσκόπος, σπεκουλάτορας
someone who earns a lot of interest or gain in a way that it seems unfair
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
profiteers
to profiteer
01
κερδίζω αδίκως, κάνω σπεκουλάρισμα
make an unreasonable profit, as on the sale of difficult to obtain goods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
profiteer
γ΄ ενικό πρόσωπο
profiteers
ενεστώτα μετοχή
profiteering
απλός αόριστος
profiteered
παθητική μετοχή
profiteered



























