Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to procure
01
προμηθεύομαι, αποκτώ
to obtain something, especially through effort or skill
Transitive: to procure sth
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
procure
γ΄ ενικό πρόσωπο
procures
ενεστώτα μετοχή
procuring
απλός αόριστος
procured
παθητική μετοχή
procured
Παραδείγματα
The project manager worked diligently to procure the necessary resources for the upcoming initiative, ensuring its success.
Ο διαχειριστής του έργου εργάστηκε επιμελώς για να προμηθευτεί τους απαραίτητους πόρους για την επερχόμενη πρωτοβουλία, διασφαλίζοντας την επιτυχία της.
02
αποκτώ, πείθω
to persuade someone to give or approve something
Ditransitive: to procure sb to do sth
Παραδείγματα
The manager procured his team to work overtime to meet the project deadline.
Ο διαχειριστής έπεισε την ομάδα του να δουλέψει υπερωρίες για να τηρηθεί η προθεσμία του έργου.
03
προμηθεύω, παρέχω
to provide sex workers for others
Transitive: to procure sex workers
Παραδείγματα
Human traffickers use deception and manipulation to procure victims for exploitation.
Οι δουλέμποροι χρησιμοποιούν εξαπάτηση και χειραγώγηση για να προμηθεύουν θύματα για εκμετάλλευση.
Λεξικό Δέντρο
procurance
procurement
procurer
procure
cure



























