Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to procreate
01
αναπαράγω, πολλαπλασιάζομαι
to produce offspring sexually, typically involving the union of male and female reproductive cells
Intransitive
Παραδείγματα
In many cultures, the decision to procreate is a personal and significant life choice.
Σε πολλούς πολιτισμούς, η απόφαση να αποκτήσει απογόνους είναι μια προσωπική και σημαντική επιλογή ζωής.
Λεξικό Δέντρο
procreate
create



























