Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Procrastinator
01
αναβλητικός, καθυστερητικός
a person who delays or postpones tasks or responsibilities, often unnecessarily or habitually
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
procrastinators
Παραδείγματα
As a procrastinator, he often waits until the last minute to complete assignments.
Ως αναβλητικός, συχνά περιμένει μέχρι το τελευταίο λεπτό για να ολοκληρώσει τις εργασίες.
Λεξικό Δέντρο
procrastinator
procrastinate
procrastin



























