Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Proclivity
01
ροπή, νεύση
a tendency or need that makes one want to do something, often something considered morally wrong
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proclivities



























